ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Ν. ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΟΛΙΤΕΥΤΗ Ν. ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΑΛΑΝΗ "ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ"


ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
  
Η Ελλάδα διέρχεται μια οικονομική και κοινωνική κρίση η οποία δεν έχει προηγούμενο  στην Ευρώπη στη σύγχρονη εποχή. 

Η υπέρβαση της κρίσης αυτής και η ανοικοδόμηση μιας επιτυχούς οικονομίας θα απαιτήσουν την ανάληψη ενωμένης εθνικής δέσμευσης από τον πληθυσμό της χώρας και τους πολιτικούς ηγέτες  του. 
Μόνον εμείς οι ίδιοι ως Έλληνες και η ίδια η Ελλάδα μπορεί να θέσει τον εαυτό της σε διαφορετική τροχιά για το μέλλον. Τα βαθύτερα αίτια της κρίσης διογκώνονταν επί σειρά ετών, και η αντιστροφή των αρνητικών αυτών  τάσεων θα απαιτήσει χρόνο.

Μια κρίση τέτοιων διαστάσεων επιβάλλει αλλαγές μεγάλης εμβέλειας στην Ελλάδα, προκειμένου  να καταστεί δυνατή η ανάδυση μιας νέας, δυναμικής και ανταγωνιστικής ελληνικής οικονομίας, η οποία θα είναι ικανή:

·         να δημιουργεί βιώσιμη ανάπτυξη και θέσεις απασχόλησης,
·         να στηρίζει την κοινωνική συνοχή και
·         να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των ελλήνων πολιτών.

Η Ελλάδα δεν είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει την τεράστια αυτή πρόκληση μόνη της.

Μπορεί να αντλήσει δύναμη και απτή υποστήριξη από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή  Ένωση και τη ζώνη του ευρώ. Η στήριξη της Ελλάδας σε σχέση με τις προσπάθειες που καλείται  να καταβάλει απαιτεί μακροχρόνια αλληλεγγύη από την υπόλοιπη ΕΕ. 

Η κρίση κατέδειξε την αλληλεξάρτηση όλων των  κρατών μελών της ΕΕ, ιδίως δε  την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών μελών που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα. Μια τόσο προηγμένη  οικονομική, κοινωνική και πολιτική ενοποίηση μπορεί να λειτουργήσει μόνον εφόσον το κάθε  μέλος είναι σε θέση να εκπληρώσει στο έπακρο τις υποχρεώσεις του. 

Η Ελλάδα χρειάζεται την ΕΕ για να καταφέρει να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση, και η ΕΕ  χρειάζεται μια εύρυθμα λειτουργούσα και δυναμική Ελλάδα, που θα διαδραματίζει με πληρότητα τον ρόλο της ως κράτος μέλος και θα συμβάλλει στην επιτυχή υλοποίηση των πολιτικών της ΕΕ  στο σύνολο της επικράτειάς της

Η διεθνής πείρα καταδεικνύει ότι οι απόπειρες δημιουργίας ανάπτυξης και απασχόλησης δεν τελεσφορούν παρά μόνον εφόσον το δημόσιο χρέος επανέλθει σε βιώσιμη τροχιά και υπάρξει  αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας.

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι μια απλή συνέπεια της πρόσφατης παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, αλλά οφείλεται σε βαθιές παθογένειες της Ελληνικής οικονομίας που συσσωρεύτηκαν κατά την διάρκεια δεκαετιών. Επομένως, η επίλυση της κρίσης είναι και αυτή μακροπρόθεσμη, και συνίσταται σε μια σειρά από βαθιές μεταρρυθμίσεις που θα απαιτήσουν χρόνια.

Οι μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες και ο σκοπός των μεταρρυθμίσεων είναι να αυξήσουν την παραγωγικότητα της Ελληνικής οικονομίας, και στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο τομέα. Η  αύξηση της παραγωγικότητας είναι απαραίτητη για να αναστραφεί η ραγδαία πτώση των εισοδημάτων των Ελληνικών νοικοκυριών.

Η εμμονή της τροϊκανικής πολιτικής σε μία άνευ αποτελέσματος συνταγή καταδεικνύεται μέρα με τη μέρα, ακόμη και μέσα από τις δηλώσεις και αναφορές των ιδίων. Μία εμμονή που επικεντρώθηκε στην αύξηση των δημοσίων ως επί τω πλείστων μέσα από την υπερφορολόγηση και την αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων (πχ. Αύξηση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης, των ΙΧ αυτοκινήτων, του φόρου εστίασης την εκμηδένιση των αφορολόγητων εισοδηματικών ορίων κλπ.

Ως εκ τούτου απαιτούνται συγκεκριμένες προτάσεις προκειμένου να αλλάξει το μίγμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται είναι σε μικροοικονομικό επίπεδο, και αφορούν βασικούς θεσμούς και υποδομές.

Αντιμετώπιση του κοινωνικού αντίκτυπου της κρίσης

Η  ταχεία επιδείνωση της κοινωνικής κατάστασης στην Ελλάδα απαιτεί επείγουσα αντιμετώπιση.  Η ανεργία, ιδιαίτερα των νέων, έχει αυξηθεί θεαματικά μετά την εκδήλωση της κρίσης και τα επίπεδα της φτώχειας είναι απαράδεκτα υψηλά.

Χρειάζονται Κατευθυντήριοι Άξονες και Πεδία Ανάπτυξης για να μπορέσουμε να εξομαλύνουμε τον κοινωνικό αντίκτυπο μέσα από τομές και δημιουργία σταθερότητας και ανάπτυξης

Κατευθυντήριοι Άξονες και Πεδία Ανάπτυξης

Δημιουργία μιας σύγχρονης δημόσιας διοίκησης

Η μεταρρύθμιση της Ελλάδας πρέπει να ξεκινήσει με τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Επί του παρόντος, η Ελλάδα πάσχει από έλλειψη ικανότητας για την εφαρμογή πολιτικής, τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, την είσπραξη φόρων, το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό, την αποτελεσματική και καινοτόμο λειτουργία των δημόσιων συμβάσεων, την πληρωμή των προμηθευτών, ή την έγκαιρη παροχή δικαστικού ελέγχου στους πολίτες.

Η πολυπλοκότητα και η αδιαφάνεια σε όλα τα επίπεδα δημιουργούν δυνατότητες για διαφθορά που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα και διαβρώνουν την αποτελεσματικότητά του. Η σωστή διαχείριση των στοιχείων αυτών θα αποτελέσει τη βάση για την αποκατάσταση του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ των ελλήνων πολιτών και του κράτους, με βάση τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη.

Απαιτείται ριζική μεταρρύθμιση των δομών και των μεθόδων εργασίας των ελληνικών δημοσίων υπηρεσιών. Υπάρχει ανάγκη σαφούς ανάληψης ηγετικών πολιτικών ευθυνών, προκειμένου να διασφαλίζεται η υποχρέωση λογοδοσίας και η υπέρβαση της αδράνειας και να παύσει ο σημερινός κατακερματισμός της ευθύνης για διάφορες πτυχές της πολιτικής μεταξύ των διαφόρων υπουργείων και υπηρεσιών.
Απαιτείται ισχυρή ικανότητα συντονισμού μεταξύ των υπουργείων για την εφαρμογή πολύπλοκων διαδικασιών μεταρρύθμισης. Μεταρρυθμίσεις απαιτούνται επίσης για τη βελτίωση της λειτουργίας και της οργάνωσης κάθε ελληνικού υπουργείου και δημόσιας υπηρεσίας. Όλες οι αρχές της συνοχής και της αποτελεσματικότητας που θα θεσπιστούν από τη μεταρρύθμιση της διοίκησης σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να μεταφερθούν σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Φορολογική μεταρρύθμιση, φορολογική διοίκηση και διαχείριση των δημοσίων οικονομικών

Απαιτείται επειγόντως αναδιάρθρωση του ελληνικού φορολογικού συστήματος. Θα μπορούσε να βελτιωθεί ο σχεδιασμός τόσο άμεσων όσο και έμμεσων φόρων - περιλαμβανομένου του φόρου ακίνητης περιουσίας – ώστε να στηριχθεί η σταθερότητα και η ανάπτυξη.

Εκτεταμένες απαλλαγές, ειδικοί κανόνες και προτιμησιακά καθεστώτα και επιπλέον η μείωση του μεγέθους της φορολογικής βάσης κατέστησαν το σύστημα σύνθετο και δύσκολο στη διαχείριση και στη συμμόρφωση. Αυξάνοντας την πολυπλοκότητα, αυτές οι απαλλαγές και εξαιρέσεις δημιούργησαν δυνατότητες φοροαποφυγής και καταχρήσεων, και επίσης οδήγησαν σε φοροδιαφυγή και διαφθορά, έχοντας ως αποτέλεσμα τεράστιες απώλειες του κράτους και απειλώντας τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Συνεπώς, μια φορολογική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να βελτιώσει την ποιότητα της  φορολογικής νομοθεσίας, της φορολογικής διοίκησης και τον βαθμό της φορολογικής συμμόρφωσης.

Η ελληνική φορολογική διοίκηση πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο επίμονων προσπαθειών για την ενίσχυση της ικανότητάς της να εισπράττει φόρους που οφείλονται από όλα τα τμήματα της κοινωνίας. Είναι σκόπιμο να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα για τη βελτίωση του πλαισίου διακυβέρνησης και την ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης.

Οι αδυναμίες στα δύο αυτά μέτωπα απετέλεσαν κρίσιμους παράγοντες για την επιδείνωση της ελληνικής δημοσιονομικής κατάστασης. Απαιτείται βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και  αναχαίτιση  των φαινομένων φοροδιαφυγής, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το βάρος της προσαρμογής κατανέμεται δίκαια.

Αντίστροφα, η ελληνική φορολογική διοίκηση θα πρέπει να επιστρέψει επειγόντως άνω των 700 εκατομμυρίων ευρώ προκαταβληθέντος φόρου ΦΠΑ από εξαγωγικές επιχειρήσεις. Είναι εξαιρετικά επιζήμιο και άδικο για τις επιχειρήσεις.


Διευκόλυνση των εξαγωγών

Στην Ελλάδα χρειάζονται κατά μέσο όρο 20 ημέρες για την ολοκλήρωση του εκτελωνισμού κατά την εξαγωγή και των τελωνειακών διατυπώσεων, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της ΕΕ είναι 10 ημέρες. Το στοιχείο αυτό εκτιμάται ότι συνεπάγεται συνολικά απώλεια αξίας εξαγωγών 10% περίπου σε σύγκριση με την αξία που θα ίσχυε σε αντίθετη περίπτωση. Είναι σκόπιμο να  καταργηθούν οι υπέρμετρες και συχνά περιττές απαιτήσεις για υποβολή δικαιολογητικών και τήρηση διαδικασιών.

Ενθάρρυνση νέων επενδύσεων

Οι επενδύσεις σε νέες εγκαταστάσεις ή έργα υπόκεινται σε καθυστερήσεις και σε έξοδα, που  είναι απόρροια των κανονιστικών και διοικητικών εμποδίων και του μεγάλου αριθμού εμπλεκόμενων αρχών. Οι κανόνες που διέπουν τον χωροταξικό σχεδιασμό και τη χορήγηση περιβαλλοντικών αδειών αναφέρονται συχνά ως εμπόδιο για τις επενδύσεις. Ιδιαίτερα πλήττονται οι επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στους κλάδους της ενέργειας, της διανομής και εφοδιαστικής και των μεταφορών. Τα προβλήματα επιτείνονται σε περίπτωση διαμάχης, λόγω του ανασταλτικού αποτελέσματος πολλών διοικητικών και δικαστικών προσφυγών και της έλλειψης προσωπικού ή ικανοτήτων σε καίριες υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης. Η  ολοκλήρωση του κτηματολογίου θα διευκολύνει επίσης τις επενδύσεις, προστατεύοντας τους επενδυτές από αντιδικίες σε σχέση με την έγγειο ιδιοκτησία.  Η πρόσβαση σε δεξιότητες αποτελεί επίσης πρόβλημα για τους ξένους επενδυτές υψηλής έντασης έρευνας και καινοτομίας, λόγω του  οτι το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας γνωσιοκεντρικής  οικονομίας. Μεγάλη δε έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην προσέλκυση και διευκόλυνση σημαντικών τουριστικών επενδύσεων.

Εκσυγχρονισμός του συστήματος δημόσιων συμβάσεων

Οι δημόσιες συμβάσεις αντιπροσωπεύουν το 12% του ελληνικού ΑΕΠ. Οι υποψήφιοι που υποβάλλουν προσφορά για να αναλάβουν ελληνικές δημόσιες συμβάσεις περιμένουν τον διπλάσιο χρόνο σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ για την κατακύρωση της εκάστοτε σύμβασης (σχεδόν 1 έτος). Οι σχετικές διαδικασίες είναι αναποτελεσματικές και απορροφούν πολλούς πόρους: ο δημόσιος τομέας επενδύει διπλάσιο αριθμό ανθρωποημερών για τη διεξαγωγή των διαδικασιών. Κατά μέσο όρο, κάθε διαδικασία οδηγεί σε δύο προσφυγές. Η κατάσταση αυτή έχει δυσμενείς συνέπειες για τους προμηθευτές του δημόσιου τομέα και επαυξάνει τα έξοδα. Εμποδίζει την απόκτηση εξοπλισμού και υπηρεσιών αναγκαίων για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και την ολοκλήρωση έργων που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία της ΕΕ.

Απελευθέρωση του ανταγωνισμού και των τιμών

Οι τιμές έχουν παραμείνει υψηλές σε πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης, επιτείνοντας τα οικονομικά δεινά για καταναλωτές και επιχειρήσεις, των οποίων τα εισοδήματα συρρικνώνονται. Επιβάλλεται η ανάληψη αποφασιστικής δράσης για την εξάλειψη πολλών κανονιστικών εμποδίων που δυσχεραίνουν τον ανταγωνισμό και την είσοδο νέων παικτών στις αγορές. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να συνεχισθούν οι  προσπάθειες για την αλλαγή των υφιστάμενων κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες δημιουργούν προστατευόμενες ροές εισοδημάτων ή προφυλάσσουν τα νομοθετικώς ρυθμιζόμενα  επαγγέλματα από τον ανταγωνισμό. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η ευελιξία των τιμών είναι  επίσης απαραίτητες για να διασφαλισθεί ότι η μείωση του εργατικού κόστους θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών, μετριάζοντας με τον τρόπο αυτό τον αντίκτυπο για το διαθέσιμο εισόδημα και  εξασφαλίζοντας ότι η μείωση του κόστους παραγωγής αποφέρει οφέλη στο σύνολο της ελληνικής  κοινωνίας.

Απελευθέρωση αγορών και εποπτικές αρχές

Η βασική αλλαγή που απαιτείται στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών είναι η πλήρης κατάργηση των περιορισμών που δυσκολεύουν τον ανταγωνισμό, όπως για παράδειγμα τα περιθώρια κέρδους, γεωγραφικοί περιορισμοί άσκησης επαγγέλματος, περιορισμοί εισόδου, κλπ.
Αυτή η αλλαγή θα μειώσει το κόστος παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών διότι
(α) θα τονώσει τον ανταγωνισμό και
(β) θα διευκολύνει την είσοδο αποτελεσματικότερων επιχειρήσεων με χαμηλότερο κόστος.

Η μείωση του κόστους θα επιφέρει αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας και αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων.

Η τόνωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών προϋποθέτει και την ύπαρξη ισχυρών και ανεξάρτητων εποπτικών αρχών που θα αποτρέπουν τυχόν μονοπωλιακές  πρακτικές. Οι Ελληνικές εποπτικές αρχές (Επιτροπή Ανταγωνισμού, Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών) υφίστανται πρέπει όμως η ανεξαρτησία τους από το κράτος να ισχυροποιηθεί ακόμα περισσότερο, ώστε να μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα από τυχόν πολιτικές πιέσεις. Για παράδειγμα, η θητεία των υψηλοβάθμων στελεχών των εποπτικών αρχών θα πρέπει να λήγει σε διαφορετικά χρόνια έτσι ώστε οι εκάστοτε κυβερνήσεις να μπορούν ν’αλλάξουν μόνο μέρος αυτών. Και θα πρέπει τα νέα στελέχη που προτείνει η κυβέρνηση να εγκρίνονται από τη Βουλή με ενισχυμένη πλειοψηφία, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες.

Πρέπει επίσης οι εποπτικές αρχές να λειτουργούν με διαφάνεια και συνέπεια, και να λογοδοτούν
για τις αποφάσεις τους. Η ύπαρξη ισχυρών και ανεξάρτητων εποπτικών αρχών είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς πρέπει να διασφαλισθεί ότι η μείωση κόστους λόγω της αποτελεσματικότερης διαχείρισης θα περάσει και στις τιμές.

• Ανταγωνιστικός ενεργειακός τομέας - ΑΠΕ

Η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα (ο λιγνίτης αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). Τα περισσότερα νησιά παραμένουν μη διασυνδεδεμένα και εξαρτώνται από ντιζελογεννήτριες και από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με βάση το πετρέλαιο. Η συνολική απόδοση της ηλεκτροπαραγωγής  συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Ο ενεργειακός τομέας κυριαρχείται από λίγες επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από χαμηλή παραγωγικότητα και  εξακολουθούν να κατέχουν οιονεί μονοπωλιακή θέση στην αγορά. Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς εξακολουθούν να μην έχουν αποδεσμοποιηθεί πλήρως. Οι βιομηχανικοί πελάτες παραπονιούνται ότι η ανταγωνιστικότητά τους υπονομεύεται από το γεγονός ότι καλούνται να καταβάλουν μερικές από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας στην Ευρώπη. Τα εμπόδια στην ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι διαρκή και τα μέχρι στιγμής οφέλη μηδαμινά .


Εκσυγχρονισμός των δικτύων μεταφοράς ενέργειας

Τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου πρέπει να εκσυγχρονισθούν. Οι βελτιώσεις στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης και στα δίκτυα αγωγών αερίου, καθώς και οι επενδύσεις σε νέα έργα δημιουργίας αγωγών μεταφοράς με τα οποία διαφοροποιούνται οι πηγές αερίου, θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να εκμεταλλευθεί τη στρατηγική της γεωγραφική θέση, δημιουργώντας μια πύλη  προς την ευρωπαϊκή αγορά αερίου. Η διασύνδεση με το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τόσο των μεγαλύτερων νησιών με την ηπειρωτική χώρα όσο και μεταξύ των μικρότερων νησιών,  αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.

Η ενίσχυση του ηπειρωτικού δικτύου μεταφοράς έχει επίσης πρωταρχική σημασία για την ενσωμάτωση των εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην εγχώρια αγορά, καθώς επίσης προκειμένου να καταστούν δυνατές οι σημαντικές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας προς  την υπόλοιπη Ευρώπη. Η Ελλάδα αποτελεί φυσική δίοδο για μεγάλο μέρος του φυσικού αερίου που αντλείται στις λεκάνες της Κασπίας και της ανατολικής Μεσογείου.

Η διασφάλιση ενός λειτουργικού ενεργειακού τομέα καθώς και πρόσβασης επί ίσοις όροις στις ενεργειακές υποδομές και τα δίκτυα της χώρας αποτελεί προϋπόθεση για την προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης για τέτοιου είδους επενδύσεις. Τέτοιες επενδύσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για μια πραγματικά ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας από  ανανεώσιμες πηγές, βοηθώντας συγχρόνως την ελληνική οικονομία να ανακάμψει

·         Εκσυγχρονισμός της πολιτικής για την αγορά εργασίας και αναδιαρθρωση του ΟΑΕΔ

Θα πρέπει να ενισχυθούν οι δημόσιες υπηρεσίες ευρέσεως εργασίας προκειμένου να παρέχουν καλύτερες και πιο εξατομικευμένες υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της αύξησης του αριθμού των ανέργων.

Είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν πιο αποτελεσματικές και στοχευμένες επενδύσεις σε  ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας που θα στηρίξουν μια ανάπτυξη συνοδευόμενη από πλούτο εργασιακών θέσεων, καθώς και μια πιο συστηματική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ενεργητικών μέτρων για την αγορά εργασίας.

Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις πιο ευάλωτες ομάδες (ανειδίκευτοι άνεργοι, άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο, εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας, μακροχρόνια άνεργοι, μετανάστες και μειονότητες κλπ.). Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη δεξιοτήτων θα πρέπει να στραφούν στην εξεύρεση λύσεων και την ανταπόκριση στις ανάγκες των τομέων και ομάδων έργων που μπορούν να καταστούν βασικοί παράγοντες της μελλοντικής ανάπτυξης.

Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι νέοι που αποφοιτούν από το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης θα διαθέτουν τις δεξιότητες και ικανότητες που απαιτούνται από την οικονομία - τόσο από άποψη απασχολησιμότητας όσο και επιχειρηματικότητας

Η Ελλάδα θα πρέπει να εκμεταλλευτεί τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, τα οποία  μπορούν να  στηρίξουν διάφορα προγράμματα για προσλήψεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, με έμφαση  ειδικά στις ανάγκες των μειονεκτουσών ομάδων. Αυτό μπορεί να προσφέρει προσωρινή  οικονομική ανακούφιση και ευκαιρίες στα άτομα που έχουν επηρεαστεί περισσότερο από την  κρίση να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους και να παραμείνουν στην αγορά εργασίας.

• Αναμόρφωση της Δικαιοσύνης

Η αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος δεν έχει λάβει ιδιαίτερη προσοχή στον δημόσιο διάλογο, αλλά είναι μια από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα. Η αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης είναι πολλαπλά ευεργετική για την οικονομία. Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να αντλήσουν  κεφάλαια πιο εύκολα γιατί οι επενδυτές θα έχουν εμπιστοσύνη ότι δεν θα πέσουν θύματα απάτης. Οι επιχειρήσεις θα είναι επίσης πιο διατεθειμένες να επενδύσουν γιατί θα ξέρουν ότι τυχόν διαφορές που θα προκύψουν στο μέλλον με άλλες επιχειρήσεις ή με το κράτος θα λυθούν γρήγορα και προβλέψιμα.
Θα περιοριστούν επίσης τα κρούσματα διαφθοράς, που αποθαρρύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, εμποδίζουν την σωστή λειτουργία του κράτους, και δηλητηριάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτό.

Η λειτουργία του δικαστικού συστήματος στην Ελλάδα έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την μελέτη Doing Business 2011 της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Ελλάδα αξιολογείται 151η μεταξύ 183 χωρών ως προς τον χρόνο που απαιτείται για την εκδίκαση μια αστικής υπόθεσης ‐‐‐μάλιστα ο χρόνος αυτός υπερβαίνει τον μέσο όρο των χωρών της  Υποσαχάριας Αφρικής

Η αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος απαιτεί πολλές επιμέρους μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα, η ευχέρεια των δικαστών να παραχωρούν αναβολές πρέπει να περιοριστεί: οι δικαστές πρέπει να αιτιολογούν τον λόγο της αναβολής και να ξαναδικάζουν οι ίδιοι υποθέσεις  που αναβάλλουν. (Υπό το παρόν σύστημα, η αναβολή δεν έχει κόστος για τον δικαστή, και οι δικαστές συχνά αναβάλλουν περίπλοκες υποθέσεις για να τις δικάσει άλλος συνάδελφός τους.)

Το Ελληνικό κράτος, το οποίο συχνά καθυστερεί την εξόφληση των οικονομικών του  υποχρεώσεων σε ιδιώτες μέσω αναβολών αλλά και ακόμη όταν μια υπόθεση τελεσδικήσει, πρέπει να συμμορφώνεται άμεσα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων.

Η λειτουργία των δικαστηρίων πρέπει να μηχανοργανωθεί αυτό έγινε, για παράδειγμα, πρόσφατα στην Αλγερία, Μποτσουάνα και ΠΓΔΜ, αλλά καθυστερεί στην Ελλάδα. Η απόδοση του κάθε δικαστηρίου πρέπει να μετρείται, και να συγκρίνεται με αυτή των άλλων δικαστηρίων. Το πρόβλημα μέτρησης της παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας, όμως, αφορά ευρύτερα τον Δημόσιο Τομέα.


Ανταποκρίνονται οι Έλληνες σε κίνητρα;
Μπορούν να πετύχουν όλα αυτά; Ανταποκρίνονται οι Έλληνες σε κίνητρα ή είναι καταδικασμένοι από τα γονίδιά τους σε σπατάλη, χαμηλή παραγωγικότητα, ασυδοσία και διαφθορά;

Γενικότερα, μήπως η Ευρώπη χωρίζεται σε χώρες δύο ταχυτήτων, ώστε σε κάποιες να μπορούν να λειτουργήσουν οι αξιοκρατικές διαδικασίες και θεσμοί που διασφαλίζουν παραγωγικότητα ενώ
άλλες είναι οι ‘ουραγοί της Ευρώπης’, μόνιμα καταδικασμένες στη μιζέρια και τη διαφθορά;

Πολλές φορές, ο διάλογος στην Ευρωζώνη παίρνει αυτή την περίεργη μορφή και είναι σημαντικό  να την εξετάσουμε.

Θεωρούμε τη ‘γονιδιακή θεωρία’ της Ευρώπης εξαιρετικά προβληματική.

Πρώτον, αν οι Έλληνες όντως είχαν πρόβλημα γονιδίων, δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και να διακριθούν σε χώρες με ανεπτυγμένους θεσμούς και έλεγχο ποιότητας. Οι Έλληνες μετανάστες στο εξωτερικό,  όμως, δεν είναι στην πλειοψηφία τους απομονωμένοι, αποτυχημένοι και περιθωριακοί, αλλά ανάμεσα στα δυναμικά και επιτυχημένα στοιχεία της νέας τους κοινωνίας.
Αυτό υποδηλώνει ότι ο Έλληνας μπορεί να αποδώσει όταν βρεθεί στο κατάλληλο περιβάλλον και όταν του δημιουργηθεί η εμπιστοσύνη ότι όλοι κρίνονται με βάση την απόδοσή τους.

Δεύτερον, αν οι Έλληνες είχαν πρόβλημα γονιδίων, δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν ούτε σε ξένες εταιρείες και οργανωτικά σχήματα με ξένη παρουσία, όπως π.χ. το αεροδρόμιο Αθηνών.

Τρίτον, υπάρχει στο εξωτερικό διάχυτη η εντύπωση ότι, επειδή ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα είναι υπερχρεωμένος, το ίδιο ισχύει και για τα Ελληνικά νοικοκυριά, που χαρακτηρίζονται από σπατάλη και αλόγιστη ανάληψη κινδύνου. Αυτό όμως δεν ισχύει 1
Αν εξετάσει κανείς τα συνολικά καθαρά περιουσιακά στοιχεία (αφαιρώντας, δηλαδή, τα δάνεια πάσης μορφής ακόμη και από συγγενείς και φίλους) με τα οποία τα Ελληνικά νοικοκυριά πλησιάζουν ή διάγουν τις μεγαλύτερες ηλικίες, βλέπει ότι το επίπεδό τους στο κατώτερο 25% της κατανομής το 2004 ήταν μεγαλύτερο από αυτό των ΗΠΑ, διπλάσιο του μέσου όρου των ανεπτυγμένων Ευρωπαϊκών χωρών, πενταπλάσιο της Γερμανίας, και κοντά σε αυτό της Γαλλίας.

Ο τυπικός καθαρός πλούτος των νοικοκυριών (στο μέσον της κατανομής) ήταν συγκρίσιμος με αυτόν της Αυστρίας και μεγαλύτερος της Γερμανίας και Δανίας, αν και κατώτερος από το μέσο όρο των Ευρωπαϊκών χωρών. Την εποχή που οι κάτοικοι των ΗΠΑ αύξαναν τις υποθήκες τους οδηγώντας στη μετέπειτα κρίση, οι κάτοικοι της σπάταλης και υπερχρεωμένης Ελλάδας είχαν το μικρότερο ποσοστό συμμετοχής σε δάνεια κύριας κατοικίας σε αυτές τις ηλικίες (5.5%) παρά το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης μετά την Ισπανία. Τα θετικά αυτά στοιχεία έχουν πολλά να κάνουν με την προτεραιότητα που αποδίδουν οι Έλληνες στο να αποκτήσουν, διατηρήσουν και κληροδοτήσουν ιδιόκτητη κατοικία και άλλη πραγματική περιουσία.

Τέλος, μετά τη φούσκα του Χρηματιστηρίου, οι Έλληνες αποφεύγουν το χρηματιστηριακό κίνδυνο, παρουσιάζοντας σήμερα ένα από τα μικρότερα ποσοστά συμμετοχής σε αυτό.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι οι Έλληνες κατάφεραν να συνδυάσουν συνέπεια στη διαχείριση των περιουσιών τους με περιφρόνηση των οικονομικών του κράτους, που ανέμεναν να
συμπεριφερθεί ανεύθυνα, με βάση κομματικές προτεραιότητες.

Μια αξιόπιστη και δραστική αλλαγή του σκηνικού, με θεσμικές μεταβολές σύμφωνες με την άριστη διεθνή πρακτική, μπορεί να αποκαταστήσει τη χαμένη εμπιστοσύνη και να ενεργοποιήσει ένα λαό που ανταποκρίνεται σε κίνητρα. Σύμμαχοι σε αυτή την προσπάθεια αλλαγής σκηνικού πρέπει να είναι άτομα και οργανισμοί εκτός του παθογόνου Ελληνικού συστήματος, που όμως πιστεύουν στις δυνατότητες των Ελλήνων να μπουν σε τροχιά ανάπτυξης και υψηλής παραγωγικότητας.

Η προσπάθεια μπορεί να πετύχει αν και οι οικονομικά ισχυρές χώρες της Ευρώπης τη στηρίξουν, όχι μόνο με χρήματα, περιοριστικούς όρους και ποινές παράβασης, αλλά και με μεταφορά διεθνώς καταξιωμένων συστημάτων και εμπειριών και πάνω από όλα με εμπιστοσύνη στις δυνατότητες των εταίρων τους να αποδώσουν όταν βρεθούν μέσα σε ένα υγιές θεσμικό πλαίσιο και οικονομικό περιβάλλον.

Γενικά, η θεσμική μεταβολή είναι στόχος με τον οποίο μπορούν να συστρατευθούν πολλοί: από αυτούς που νοιάζονται για την πρόοδο των Ελλήνων μέχρι αυτούς που ενδιαφέρονται να πάρουν πίσω τα χρήματά τους.

Αυτό, όμως, που χρειάζεται περισσότερο είναι οι ίδιοι οι Έλληνες να πιστέψουν στο μέλλον.

Εδώ παίζουν καθοριστικό ρόλο τα μέσα ενημέρωσης και ο πολιτικός διάλογος. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις έχουν συνδεθεί αποκλειστικά με διαμαρτυρίες όσων χάνουν προνόμια αποκλειστικότητας και με μειώσεις μισθών, αντί να τονίζεται η προοπτική πρόσβασης σε αυξημένες ευκαιρίες και φθηνότερα προϊόντα και υπηρεσίες για όλους. Είναι αποφασιστικής σημασίας για το επενδυτικό και κοινωνικό κλίμα να μεταφερθεί η προσοχή στους πολλούς που έχουν να κερδίσουν από μια ανταγωνιστικότερη οικονομία, όπου η παραγωγικότητα αμείβεται. Μόνο τότε μπορούμε να ελπίσουμε ότι οι Έλληνες θα διοχετεύσουν την πλούσια ευρηματικότητά τους όχι στην διεκδίκηση, που είναι αναποτελεσματική σε καιρούς λιτότητας, αλλά στην ανεύρεση νέων δρόμων προς την ανάπτυξη και ευημερία.


Αθανάσιος Α. Γαλάνης
Υπ. Βουλευτής Π.Ε. Φθιώτιδας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου